Θεατρική παράσταση «Λόγος του πατέρα» του Γκι Φουασσί

Τα παιδιά στο «σταυροδρόμι»

          Για τη γιορτή της αποφοίτησης, μια μικρή ομάδα αποτελούμενη από καθηγητές και τη μαθήτρια της Β΄ Γυμνασίου Εβελίνα Λάσκαρη ετοίμασε το μονόπρακτο ο «Λόγος του πατέρα» του Γάλλου δραματουργού Γκι Φουασσί (Guy Foissy). Μέσα στην καραντίνα, δεν υπήρχε ο χρόνος και η δυνατότητα να ολοκληρώσουμε την προετοιμασία άλλων μεγαλύτερων θεατρικών έργων και, έτσι, για δεύτερη φορά, το σχολείο προτίμησε ένα γαλλικό μονόπρακτο, με θέμα την επιλογή μιας πορείας ζωής που συζητείται μεταξύ πατέρα και γιου – προβληματισμός ιδιαίτερα επίκαιρος για την τελετή της αποφοίτησης.

Γιατί το γαλλικό μονόπρακτο;

          Στη σύγχρονη γαλλική δραματουργία, τα μονόπρακτα έργα κατέχουν μια ειδική θέση. Σε αυτά συμμετέχουν, συνήθως, λίγοι ηθοποιοί (από ένας έως τέσσερις), δε χρειάζονται εξεζητημένα σκηνικά και διαρκούν από 5 έως 30 λεπτά. Ο δημοφιλής Γάλλος δραματουργός René de Obaldia χαρακτήρισε, λακωνικά, την ουσία αυτού του θεατρικού είδους ως εξής: «Μέγιστος αριθμός των προσώπων: τρία• όχι σκηνικά αλλά  σκελετός• διάρκεια: εν ριπή οφθαλμού».

          Τα μονόπρακτα θεατρικά έχουν κερδίσει το δικό τους κοινό και είναι δημοφιλή σε αρκετά θέατρα, στα οποία παίζονται τόσο από ερασιτεχνικούς όσο και από επαγγελματικούς θιάσους. Πολύ συχνά, προβάλλονται στην τηλεόραση και ακούγονται στο ραδιόφωνο. Τυχαίνει, επίσης, επαγγελματικά θέατρα να ανεβάζουν ολόκληρες παραστάσεις αποτελούμενες μόνο από μονόπρακτα έργα.

          Παραδοσιακά, για το γαλλικό θέατρο, η παρουσίαση τέτοιου είδους έργων πραγματοποιείται στην αρχή της παράστασης πριν από το κυρίως έργο. Υπάρχει, μάλιστα, και ένας ειδικός όρος που τα περιγράφει: «L’  Avant-Scène» («Μπροστά από την αυλαία»). Σε αυτές τις περιπτώσεις, το μικρό έργο παίζει τον ρόλο ενός προλόγου και προετοιμάζει τον θεατή για την κατανόηση του βασικού έργου, δίνοντάς του ένα συγκεκριμένο τόνο, όπως, ακριβώς, στη δική μας γιορτή της αποφοίτησης.

          Τα μονόπρακτα έργα προσελκύουν τους θεατές για αρκετούς λόγους.  Αφενός ο δυναμισμός της σύγχρονης ζωής έχει ανάγκη από τον λακωνισμό στη σκηνή, αφετέρου τα μονόπρακτα ετοιμάζονται γρήγορα και εύκολα, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Συνεπώς, προλαβαίνουν να απεικονίζουν, σε μορφή σκηνικής δράσης, τα πιο επίκαιρα και ζωντανά θέματα, γεγονότα και προβληματισμούς με έναν συμπυκνωμένο και επικεντρωμένο στο θέμα τρόπο.

 Γιατί ο Φουασσί;

          Ο Φουασσί είναι Γάλλος δραματουργός που γεννήθηκε το 1932 στο Ντακάρ της Σενεγάλης και έγινε γνωστός χάρη στο πάθος του για την ίδρυση ενός «Νέου Θεάτρου», προοριζόμενου για το ευρύ κοινό. Ο Φουασσί, για πολλά χρόνια, διηύθυνε πολιτιστικά κέντρα και θέατρα σε διάφορες πόλεις της Γαλλίας.

          Τα μονόπρακτα έργα του είναι τόσο δημοφιλή, ώστε όχι μόνο βρίσκονται, μόνιμα, στο ρεπερτόριο των γαλλικών θεάτρων, αλλά και μεταφράζονται σε άλλες γλώσσες και ανεβάζονται από θεατρικές σκηνές του εξωτερικού. Από αυτά, τα πιο γνωστά είναι: «Βλέποντας τους τοίχους να πέφτουν» (En regardant tomber les murs), «Μία καρδιά για δύο» (Coeur à deux),  «Ονομάζομαι Ριουμπάρμπ» (Je m’ appelle Rhubarbe), «Λόγος του πατέρα» (Le Discours du père) κλπ.

          Τα έργα του δραματουργού έχουν κερδίσει σημαντικά Βραβεία Λογοτεχνίας, όπως π.χ. «Θεατρικού εφέ» (1969), «Courteline» (1978), «Μαύρου χιούμορ» (1979), «Βραβείο της Κοινότητας των Hθοποιών (SACD)» κλπ.

          Πρέπει να προσθέσουμε ότι ο Γάλλος συγγραφέας είναι ιδιαίτερα αγαπητός στην Ιαπωνία, όπου, για πολλά χρόνια, λειτουργούσε ένας θίασος που αυτοχαρακτηριζόταν ως «Θέατρο του Γκι Φουασσί», και όπου, από το 1975, στο ρεπερτόριό του, βρίσκονταν αποκλειστικά τα έργα του εν λόγω συγγραφέα.

Γιατί ο «Λόγος του πατέρα»;

          Το έργο παρουσιάζει τη συζήτηση των γονέων με τον μεγάλο τους γιο. Τον κύριο ρόλο στη συζήτηση έχει ο πατέρας, ο οποίος προσπαθεί να μιλήσει με το παιδί του, ως άντρας προς άντρα, ενώ η μητέρα συμμετέχει με σχόλια, κάνοντας, παράλληλα, κάποιες δουλειές του σπιτιού. Οι δυο ήρωες προσποιούνται ένα αγαπημένο ζευγάρι, όμως, σταδιακά, αποκαλύπτεται η πραγματική τους σχέση και οι διαφορές τους βγαίνουν, συνέχεια, στην επιφάνεια. Όσον αφορά στον σαραντάχρονο μακρυμάλλη γιο τους, ντυμένο με ένα παλαιό δερμάτινο μπουφάν, τον βλέπουμε, την περισσότερη ώρα, να κάθεται, αδιάφορα, στην πολυθρόνα χωρίς να βγάλει ούτε μία λέξη.

          Ο παρατηρητικός θεατής, όμως, θα προσέξει ότι τα λόγια του πατέρα σιγά-σιγά βρίσκουν την ανταπόκριση του νεαρού άντρα, ο οποίος αρχίζει να αντιδρά με διαφορετικό – κάθε φορά – τρόπο, για να στηρίξει, στο τέλος του έργου, τον γονιό του, με έναν αναπάντεχο και παράδοξο τρόπο.

          Αυτή είναι η, φαινομενικά, απλή υπόθεση του μικρού έργου, το οποίο, όμως, όπως και τα αντίστοιχα έργα του Τσέχοβ, κρύβει, στο βάθος, αρκετά «υπόγεια ρεύματα», όπως, για παράδειγμα, το αιώνιο πρόβλημα των γονέων και των παιδιών, παρουσιαζόμενο με ελαφρύ γαλλικό χιούμορ και λεπτή ειρωνεία. Θυμίζει τον Τσέχοβ και μια πραγματική τραγωδία, η οποία βρίσκεται πίσω από τις απλές «οικογενειακές» κουβέντες και οφείλεται στην κοινωνική απομόνωση και τη διάλυση των ανθρώπινων δεσμών. Η αποξένωση των πιο κοντινών ανθρώπων γίνεται τόσο έντονη, ώστε οι πιο κοινές καθημερινές πράξεις αποκτούν, στο έργο, κάποια χροιά παραλογισμού.

          Ο βαθύτερος προβληματισμός του έργου ανακαλύπτεται, ωστόσο, διαχρονικός και φιλοσοφικός και έχει να κάνει με την επιλογή ενός σωστού δρόμου στη ζωή. Δεν είναι τυχαίο ότι, στην αρχή της συζήτησης, ο πατέρας θέτει την ερώτηση «Ποιον δρόμο να πάρεις;» και, έτσι, μας κάνει να θυμηθούμε τη γνωστή αλληγορία του Πρόδικου με τον Ηρακλή, στο σταυροδρόμι. Ο γιος του έργου ακολουθεί τον δρόμο της «Κακίας» του Πρόδικου, ο οποίος φαντάζει γεμάτος ηδονές και χωρίς κόπο, εφόσον οι άλλοι δουλεύουν για εκείνον και αυτός απολαμβάνει τους καρπούς. Από την άλλη, υπάρχει και ο άλλος δρόμος- αυτός του «μόχθου»- που είναι και ο μόνος κατάλληλος για την κατάκτηση της «τρισευλογημένης ευτυχίας», επειδή, σύμφωνα με τα λόγια της Αρετής του Πρόδικου, «δεν υπάρχει κανένα ωραίο και αξιόλογο αγαθό που να το χαρίζουν οι θεοί στους ανθρώπους δίχως κόπο και προσπάθεια, κούραση και ιδρώτα». Όπως ο γιος στο γαλλικό μονόπρακτο, έτσι και οι δικοί μας απόφοιτοι βρίσκονται στο σταυροδρόμι της ζωής τους και πρέπει να επιλέξουν είτε την οδό της «ψευδοελευθερίας» από τον κόπο και τη ρουτίνα είτε αυτή των υποχρεώσεων και της σκληρής δουλειάς, η οποία είναι η μόνη που οδηγεί στην επιτυχία και τη σταθερότητα.

          Ελπίζουμε ότι αυτό το μικρό έργο στο Αvant-Scène της τελετής αποφοίτησης θα βοηθήσει τα παιδιά μας να κάνουν μια σωστή επιλογή και να εξελιχθούν στους «Ηρακλείδες» των άθλων και της δόξας.